.ίζεσθαι

ἵζεσθαι , ἵζω
si-sd-o
pres inf mp

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἵζεσθαι — ἵζω si sd o pres inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παλ(λ)ίζεσθαι — (Α) [πάλλα] (κατά τον Ησύχ.) «σφαιρίζειν» …   Dictionary of Greek

  • πολυφάρμακος — ον, Α 1. αυτός που γνωρίζει πολλά φάρμακα ή βότανα 2. αυτός που γνωρίζει πολλά μαγικά φίλτρα ή πολλές γητειές («Κίρκης ἵζεσθαι πολυφαρμάκου ἐς δῶμα», Ομ. Οδ.) 3. (για χώρες ή τόπους) αυτός που παρουσιάζει αφθονία θεραπευτικών ή δηλητηριωδών… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.